Δεν πρόκειται για «ταξικό φόνο», όπως λένε κάποιοι, αλλά για το παρανάλωμα πλούσιων και φτωχών στην πυρά ενός φονικού πολιτισμού και της «διασκέδασης μέχρι θανάτου» που προτείνει
«Αν είχα κι εγώ ένα τέτοιο αυτοκίνητο (πόρσε), σε τέτοιο δρόμο, θα έτρεχα το ίδιο»! Λόγια του πατέρα, που δείχνει ότι διαπνέεται από την ίδια κουλτούρα μ’ εκείνη του νεαρού οδηγού της πόρσε. Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι στην ίδια κουλτούρα είναι εμβαπτισμένοι όλοι, και οι πάνω και οι κάτω, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Το αυτοκίνητο εδώ δεν είναι μόνο ένα μέσο μεταφοράς, δηλαδή ένα λειτουργικό εργαλείο, αλλά έχει αποκτήσει και συμβολικά χαρακτηριστικά κοινωνικής διαφοροποίησης, σημεία κύρους.
Γι’ αυτό στις διαφημίσεις του Άουντι η θέα, δηλαδή η θέαση του κόσμου και του εαυτού μας, είναι πάντα διαφορετική, θα λέγαμε πιο καλή με την έννοια του «αφ’ υψηλού». Στην ίδια λογική της θέας και της θέασης κινείται και η πώληση των υπόλοιπων «μεγάλων αυτοκινήτων». Άρα πωλούνται συνειρμοί και κύρος. Αλλά για να συμβεί αυτό πρέπει να επενδυθεί το προϊόν με κάτι τι που θα είναι σημαντικό κοινωνικά, θα είναι μια άλλη θέση, πιο υψηλή, από την οποία βλέπουμε και μας βλέπουν.
Στην περίπτωση της πόρσε, η διακεκριμένη ορατότητα κατακτάται δια της ταχύτητας. Στην μποτιλιαρισμένη Αθήνα, όμως, η διαφορά της πόρσε ή της φεράρι από τα άλλα, κοινά αυτοκίνητα ακυρώνεται, καθώς όλα κινούνται σημειωτόν, όλα φθάνουν την ίδια ώρα στον προορισμό τους. Τι ωθεί συνεπώς έναν πλούσιο κάτοικο της Αθήνας να αγοράσει μία...
η συνέχεια του άρθρου του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου στο aRTInews